εξωγήινος
άλλο1. Οντότητα ή οργανισμός που προέρχεται από άλλο πλανήτη, δορυφόρο ή αστρικό σύστημα και δεν είναι γήινης προέλευσης.
2. Που σχετίζεται με ή προέρχεται από χώρο εκτός της Γης, όπως φαινόμενα, τεχνολογία ή κατασκευές εξωπλανητικής προέλευσης.
Συνώνυμα
εξωπλανητής διαστημάνθρωπος αλλόκοσμος διαγαλαξιανός διαστημικός εξωπραγματικός αλλόκοτος ξένος αλλοδαπός αλλόφυλος διαστρικός εξωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένας εξωγήινος προσγειώθηκε κοντά στο χωριό, σύμφωνα με τις φήμες.
- Στην ταινία, ο μικρός εξωγήινος έγινε φίλος των παιδιών.
- Ο ήχος από τη μηχανή ήταν εξωγήινος και μας τρόμαξε.
- Όταν μπήκε στην παρέα, ένιωθα ότι ήταν εξωγήινος.