οικιακός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με το σπίτι ή τη λειτουργία του νοικοκυριού και τις καθημερινές εργασίες που γίνονται σε αυτό.

2. Που προορίζεται για χρήση στο σπίτι ή λειτουργεί σε οικιακό περιβάλλον.

Συνώνυμα

σπιτικός ενδοοικογενειακός οικόσιτος οικογενειακός εξημερωμένος ενδοσπιτικός σπιτικό εγχώριος εσωτερικός ιδιωτικός οικείος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η οικιακή οικονομία απαιτεί σωστό προϋπολογισμό.
  • Αγόρασε έναν νέο οικιακό φούρνο για την κουζίνα.
  • Οι οικιακές συσκευές καταναλώνουν ενέργεια ακόμα και σε αναμονή.
  • Μας έφεραν ένα οικιακό ζώο ως δώρο.
  • Η οικιακή βία πρέπει να αντιμετωπίζεται από τις αρχές.
  • Ασχολήθηκε με τις οικιακές εργασίες όλη μέρα.