αλλοδαπός
ουσιαστικόΆτομο που κατάγεται από ή έχει ιθαγένεια άλλης χώρας σε σχέση με τη χώρα όπου βρίσκεται ή διαμένει.
Συνώνυμα
ξένος αλλοεθνής μετανάστης αλλογενής μέτοικος εξωγενής επιδήμων επισκέπτης τουρίστας πρόσφυγας εξωγήινος εξωτικός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αλλοδαπός ρώτησε το δρόμο για το κέντρο της πόλης.
- Η αλλοδαπή υπέβαλε αίτηση για άδεια διαμονής.
- Οι αλλοδαποί φοιτητές συμμετείχαν στο διεθνές συνέδριο.
- Οι υπηρεσίες της πόλης παρέχουν ενημέρωση και υποστήριξη στους αλλοδαπούς κατοίκους.
- Στην εκδήλωση τραγούδησαν αλλοδαπές χορωδίες.