αλλότριος
επίθετο1. Που ανήκει σε άλλον ή αφορά κάτι εκτός της κυριότητας, της σφαίρας ή της ταυτότητας του προσώπου ή του φορέα.
2. Που δεν συνάδει με τη φύση, τα χαρακτηριστικά ή τις πεποιθήσεις κάποιου και εμφανίζεται αποκομμένο από αυτές.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ένιωσε αλλότριος μέσα στο πλήθος.
- Η αλλότρια ιδιοκτησία κατασχέθηκε από το κράτος.
- Οι πρακτικές αυτές ήταν αλλότριες προς τις τοπικές παραδόσεις.
- Αυτή η γλώσσα μου ήταν πάντα αλλότρια.
- Οι νεοφερμένοι ένιωσαν αλλότριοι μέσα στην κλειστή κοινότητα.