ελληνικός

επίθετο

1. Που σχετίζεται με την Ελλάδα ως κράτος, τον λαό της, τις θεσμικές δομές και τους δημόσιους φορείς.

2. Που αφορά τη γλώσσα, τη λογοτεχνία, τις τέχνες, τα έθιμα, τη γαστρονομία και γενικά την πολιτιστική παράδοση της Ελλάδας.

Συνώνυμα

καφές ελλαδικός ελλαδίτικος ελληνογενής καφέ ελληνόφωνος ελληνοπρεπής ελληνότροπος εθνικός εγχώριος

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο ελληνικός στρατός παρέλασε στην εθνική εορτή.
  • Η ελληνική κουζίνα έχει πλούσια παράδοση.
  • Τα ελληνικά νησιά είναι δημοφιλή τους καλοκαιρινούς μήνες.
  • Μιλάω ελληνικά με τους παππούδες μου.
  • Αγόρασα ένα ελληνικό βιβλίο μαγειρικής.
  • Οι ελληνικές γιορτές συνδυάζουν θρησκευτικά και λαϊκά έθιμα.