πολίτης

ουσιαστικό

1. Πρόσωπο που έχει νομική σχέση με ένα κράτος και ως μέλος του απολαμβάνει συγκεκριμένα δικαιώματα και υπόκειται σε αντίστοιχες υποχρεώσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πολίτης έχει δικαίωμα ψήφου.
  • Οι πολίτες της πόλης διαμαρτύρονται για τα προβλήματα καθαριότητας.
  • Ο πολίτης περιμένει καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες.
  • Νιώθει πολίτης του κόσμου.
  • Απευθύνθηκε στους πολίτες της περιοχής με ένα μήνυμα ενότητας.