ιθαγενής
ουσιαστικόΆτομο που κατάγεται από και έχει παραδοσιακούς δεσμούς με μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, συνήθως μέλος πληθυσμού που κατοικούσε τον τόπο πριν από μεταγενέστερους εποικισμούς ή μεγάλες μετακινήσεις, με ιδιαίτερη πολιτιστική και γλωσσική ταυτότητα συνδεδεμένη με αυτόν τον τόπο.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι ιθαγενής του Καναδά.
- Η ιθαγενής κοινότητα διεκδικεί την προστασία των εδαφών της.
- Οι ιθαγενείς διατήρησαν τις παραδόσεις τους για αιώνες.
- Ένας ιθαγενής βοσκός γνώριζε καλά τα μονοπάτια του βουνού.
- Ο φοίνικας είναι ιθαγενής αυτού του νησιού.