εξωτικός
επίθετο1. Που προέρχεται ή σχετίζεται με τόπους μακρινούς ή ξένους και εμφανίζει ιδιότητες ασυνήθιστες για το τοπικό περιβάλλον.
2. Που προκαλεί αίσθηση θαυμασμού ή περιέργειας λόγω εντυπωσιακών, ασυνήθιστων ή παράξενων χαρακτηριστικών.
Συνώνυμα
ξένος ξενόφερτος ασυνήθιστος αλλόκοτος τροπικός ξενικός παράξενος περίεργος ιδιόμορφος εκκεντρικός σπάνιος εξωπραγματικός εξωγήινος αλλοδαπός ξεχωριστός πανέμορφος σαγηνευτικός ανατολίτικος καινοφανής
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Έφυγαν για έναν εξωτικό προορισμό στον Ειρηνικό.
- Στον κήπο μας υπάρχει ένα εξωτικό φυτό με μεγάλα λαμπερά φύλλα.
- Στο παζάρι πωλούσαν εξωτικά φρούτα που δεν είχα δοκιμάσει ποτέ.
- Η μελωδία είχε μια εξωτική χροιά που μάγεψε το κοινό.
- Η εμφάνισή του θεωρήθηκε εξωτική από πολλούς.