γηγενής
επίθετο1. Που έχει καταγωγή από συγκεκριμένο τόπο και συνδέεται ιστορικά ή βιολογικά με αυτόν.
2. Που υπάρχει ή αναπτύσσεται φυσικά σε μια περιοχή χωρίς να έχει εισαχθεί από εξωτερικά σημεία (για φυτικά ή ζωικά είδη).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ξένος αλλοδαπός αλλογενής αλλοεθνής μέτοικος νεοφερμένος ξένη εξωγενής εισαγόμενος ξενόφερτος εξωγήινος τουρίστας περιηγητής νεοεισερχόμενος μετανάστης
Παραδείγματα χρήσης
- Ο παππούς μου είναι γηγενής της Κρήτης.
- Η Μαρία είναι γηγενής κάτοικος του νησιού.
- Στην περιοχή ζουν γηγενείς πληθυσμοί εδώ και αιώνες.
- Τα γηγενή φυτά αντέχουν καλύτερα στο τοπικό κλίμα.
- Η γλώσσα αυτή έχει γηγενείς ομιλητές σε πολλές χώρες.