παρόμοιος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει κοινά χαρακτηριστικά, ιδιότητες ή στοιχεία με κάτι άλλο, ώστε να διακρίνεται σαφής αντιστοιχία μεταξύ τους.

2. Που είναι ανάλογος ως προς τη λειτουργία, την επίδραση ή το αποτέλεσμα, χωρίς να είναι απόλυτα ταυτόσημος.

Συνώνυμα

όμοιος παραπλήσιος παρεμφερής ομοειδής ομοιότυπος ανάλογος παράλληλος ομοιάζων ταυτόσημος ίδιος συγγενής ομοιόμορφος πανομοιότυπος

Αντώνυμα

διαφορετικός ανόμοιος άλλος αντίθετος ετερόκλητος ετερόμορφος ανομοιόμορφος έτερος ασύμβατος ξένος

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καιρός σήμερα είναι παρόμοιος με χθες.
  • Η δομή του ποιήματος είναι παρόμοια με εκείνη του προηγούμενου έργου.
  • Το αυτοκίνητό του είναι παρόμοιο με το δικό μου.
  • Οι δύο επιστήμονες παρουσίασαν παρόμοια αποτελέσματα στα πειράματα.
  • Οι ιδέες τους είναι παρόμοιες, αλλά οι λύσεις διαφέρουν.