μέτοικος
ουσιαστικό1. Άτομο που κατοικεί σε πόλη ή περιοχή διαφορετική από την πατρίδα του και δεν διαθέτει τα πλήρη πολιτικά δικαιώματα των ντόπιων, όπως ο όρος που χρησιμοποιούνταν για τους ξένους κατοίκους στην αρχαία Ελλάδα.
Συνώνυμα
κάτοικος ένοικος ενοικιαστής νοικάρης μετανάστης αλλοδαπός ξένος φιλοξενούμενος πρόσφυγας ξενιτεμένος απόδημος παρείσακτος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στην αρχαία Αθήνα, ο μέτοικος δεν είχε πολιτικά δικαιώματα αλλά υπόκειτο σε ειδικούς φόρους.
- Είμαι μέτοικος της πόλης τα τελευταία τρία χρόνια.
- Οι μέτοικοι από τα γύρω χωριά έρχονταν στην αγορά κάθε πρωί.
- Για να εγγραφεί κάποιος ως μέτοικος στον δήμο απαιτούνται τα απαραίτητα πιστοποιητικά.
- Μετά την επιστροφή του, αισθάνθηκε μέτοικος στον ίδιο του τον τόπο.