καλεσμένος

ουσιαστικό

1. Άτομο που έχει προσκληθεί να παρευρεθεί σε κοινωνική συνάντηση, εκδήλωση ή σε οικιακό χώρο.

2. Πρόσωπο που καλείται να συμμετάσχει ως ομιλητής, καλλιτέχνης ή σχολιαστής σε δημόσια εκδήλωση, τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή.

Συνώνυμα

προσκεκλημένος επισκέπτης φιλοξενούμενος ξένος κεκλημένος παρευρισκόμενος παριστάμενος συγκαλεσμένος συμμετέχων θεατής ακροατής

Αντώνυμα

οικοδεσπότης οικοδέσποινα παρουσιαστής διοργανωτής διοργανώτρια ξενιστής

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο καλεσμένος άργησε στη γιορτή αλλά όλοι τον περίμεναν.
  • Ο καλεσμένος που ήρθε για δείπνο μας βοήθησε πολύ με το σερβίρισμα.
  • Η δημοσιογράφος παρουσίασε τον καλεσμένο της εκπομπής πριν την συνέντευξη.
  • Ως καλεσμένος του γάμου έπρεπε να φορέσω επίσημο ένδυμα.
  • Οι καλεσμένοι έφυγαν πολύ αργά το βράδυ.