τοπικός
επίθετο1. Που αναφέρεται ή ανήκει σε συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, κατοικημένο σημείο ή κοινότητα.
2. Που περιορίζεται σε συγκεκριμένο σημείο, τμήμα ή μικρή έκταση και δεν είναι γενικό ή ολικό.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο τοπικός πληθυσμός συμμετείχε στη συνέλευση για το περιβάλλον.
- Η τοπική αυτοδιοίκηση ανακοίνωσε νέα μέτρα για τα απορρίμματα.
- Δοκιμάσαμε τοπικά προϊόντα και παραδοσιακά πιάτα στο χωριό.
- Ο γιατρός έκανε τοπική αναισθησία πριν την επέμβαση.
- Τα τοπικά νέα επικεντρώθηκαν σε προβλήματα κυκλοφορίας.