μπελάς
ουσιαστικό1. Κατάσταση ή περιστατικό που προκαλεί ανησυχία, κόπο ή ανάγκη για επίλυση, συνήθως απρόβλεπτο και δυσχερές.
2. Άτομο ή πράγμα που δημιουργεί επανειλημμένες επιπλοκές ή δυσκολίες σε κάποιον.
Συνώνυμα
πρόβλημα μπελάδες μπλέξιμο μπλεξίματα μπέρδεμα μπερδέματα ζήτημα θέμα δυσκολία εμπόδιο ταλαιπωρία ζόρι σκοτούρα βάσανο αναποδιά συμφορά δοκιμασία γολγοθάς κόπος αγκάθι δυσχέρεια στενοχώρια πονοκέφαλος περιπέτεια καταστροφή κακοπάθεια κίνδυνος ευθύνη κρίση πόνος περιστατικό ενόχληση δυστυχία τραγωδία έννοια επιβάρυνση επικινδυνότητα εκκρεμότητα περιπλοκή πρόσκομμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο μικρός αδελφός σου είναι ένας μπελάς.
- Αν σε πιάσουν με τα ψέματα, θα έχεις μπελάς με τη δικαιοσύνη.
- Αυτό το έργο είναι πραγματικός μπελάς για την ομάδα.
- Μην μου φέρνεις μπελάς, σε παρακαλώ.
- Μπελάς να μας βρει αν δεν προσέξουμε στην αποστολή.