κίνηση
ουσιαστικό1. Η μεταβολή της θέσης ενός σώματος ή τμήματος αυτού στον χώρο σε σχέση με ένα σημείο αναφοράς.
2. Η ροή και μετακίνηση οχημάτων, ανθρώπων ή αγαθών σε δρόμους, μέσα μεταφοράς και δημόσιους χώρους.
Συνώνυμα
μετακίνηση μετατόπιση κινητικότητα κυκλοφορία κίνημα μεταφορά πρωτοβουλία συναλλαγή μεταβίβαση μετάβαση ρεύμα καμπάνια διακίνηση περιφορά ελιγμός μανούβρα ενέργεια δράση πράξη βήμα άνοιγμα χειρονομία δραστηριότητα αναταραχή ταραχή κύμα στροφή κόλπο εκκίνηση φορά επιχείρηση εκστρατεία πλεύση σπρώξιμο ώθηση προχώρημα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η κίνηση στην εθνική οδό είναι πολύ πυκνή το πρωί.
- Η κίνηση των χεριών της χορεύτριας ήταν ρυθμική και αρμονική.
- Η κίνηση για τα δικαιώματα οργανώνει συγκεντρώσεις σε όλη τη χώρα.
- Η κίνηση του ίππου ανάγκασε τον αντίπαλο να αλλάξει στρατηγική.
- Η κίνηση της εταιρείας να μειώσει τις τιμές αύξησε τις πωλήσεις.