θέση
ουσιαστικό1. Το σημείο ή ο χώρος όπου βρίσκεται κάτι ή κάποιος.
2. Ο ρόλος, το αξίωμα ή η θέση εργασίας που κατέχει κάποιος σε έναν οργανισμό, ομάδα ή επάγγελμα.
3. Η κατάταξη ή το επίπεδο που κατέχει κάποιος ή κάτι σε μια σειρά, ιεραρχία, αγώνα ή λίστα.
Συνώνυμα
τόπος τοποθεσία κάθισμα έδρα πόστο στάση άποψη χώρος σημείο αξίωμα τοποθέτηση κατάταξη σειρά ισχυρισμός υπόθεση ρόλος θεωρία συντεταγμένη πρόταση προοπτική εντοπισμός επιχείρημα ιδέα απασχόληση γνώμη δουλειά ιδιότητα σκοπιά θρόνος πιάτσα στέκι βάθρο κατάσταση προσέγγιση φιλοσοφία οικισμός γκαράζ διακήρυξη
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θέση του σπιτιού μας είναι κοντά στο πάρκο.
- Του πρόσφεραν τη θέση του διευθυντή στην εταιρεία.
- Πρέπει να εκφράσεις τη θέση σου στο θέμα αυτό.
- Κράτησα τη θέση σου στο θέατρο.
- Η θέση των σημείων στο γράφημα αλλάζει με το χρόνο.