θεωρία
ουσιαστικό1. Σύστημα ιδεών, αρχών και εννοιών που διατυπώνει, οργανώνει και ερμηνεύει παρατηρούμενα φαινόμενα ή δεδομένα με σκοπό την κατανόηση και την πρόβλεψη.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η θεωρία της σχετικότητας άλλαξε την κατανόηση της φυσικής.
- Στη θεωρία το πείραμα θα πετύχει, αλλά πρέπει να ελεγχθεί.
- Έχω μια θεωρία για το πώς συνέβη το ατύχημα.
- Η θεωρία της δημοκρατίας αναλύεται σε πολλά φιλοσοφικά κείμενα.
- Στο μάθημα της μουσικής μάθαμε την θεωρία και την πρακτική.
- Η θεωρία των αριθμών είναι ένας κλάδος των μαθηματικών.