αξίωμα
ουσιαστικό1. Βασική πρόταση ή υπόθεση που γίνεται αποδεκτή χωρίς απόδειξη και χρησιμεύει ως θεμελιώδης αρχή για την ανάπτυξη ενός λογικού ή μαθηματικού συστήματος.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στη γεωμετρία, το αξίωμα αυτό θεωρείται αυτονόητο.
- Του προσφέρθηκε το αξίωμα του προέδρου, αλλά αρνήθηκε.
- Το βασικό αξίωμα της λογικής είναι ότι δύο αντιφατικές προτάσεις δεν μπορούν να ισχύουν ταυτόχρονα.
- Τα αξιώματα της θεωρίας πρέπει να επανεξεταστούν όταν προκύπτουν νέα δεδομένα.
- Στην καθημερινή γλώσσα, πολλοί θεωρούν ως αξίωμα ότι η εμπειρία είναι η καλύτερη δασκάλα.