εφαρμογή

ουσιαστικό

1. Πρόγραμμα ή πακέτο λογισμικού σχεδιασμένο να εκτελεί συγκεκριμένες λειτουργίες σε υπολογιστές, έξυπνες συσκευές ή άλλες ψηφιακές πλατφόρμες.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Η εφαρμογή που κατέβασα για πλοήγηση λειτουργεί άψογα.
  • Η σωστή εφαρμογή των κανόνων εξασφαλίζει δικαιοσύνη.
  • Η εφαρμογή νέων μεθόδων στη διδασκαλία βελτίωσε τα αποτελέσματα.
  • Η εφαρμογή της κρέμας πρέπει να γίνεται σε καθαρό δέρμα.
  • Η εφαρμογή των εξισώσεων σε πραγματικά προβλήματα απαιτεί προσοχή.