πρακτική
ουσιαστικό1. Δραστηριότητα εφαρμογής θεωρητικών γνώσεων ή δεξιοτήτων στην πράξη, συχνά με σκοπό την εκπαίδευση, την εξάσκηση ή την απόκτηση εμπειρίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Κάνει πρακτική στο νοσοκομείο κάθε καλοκαίρι.
- Η πρακτική του να πίνεις έναν καφέ μετά το μεσημέρι είναι κοινή.
- Η εταιρεία ακολουθεί την πρακτική της διαφάνειας στις συναλλαγές.
- Αυτή είναι μια πρακτική λύση για μικρούς χώρους.
- Η πρακτική εμπειρία που αποκόμισα ήταν καθοριστική για την καριέρα μου.