υλικό
ουσιαστικό1. Στερεή ή ρευστή ουσία από την οποία κατασκευάζονται αντικείμενα και δομές, με συγκεκριμένες φυσικές και χημικές ιδιότητες.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το υλικό από το οποίο φτιάχτηκε το τραπέζι είναι ξύλο.
- Διάβασα όλο το υλικό του μαθήματος πριν την εξέταση.
- Τα υλικά για το γλυκό πρέπει να είναι φρέσκα.
- Το τηλεοπτικό υλικό κάλυψε το συμβάν λεπτό προς λεπτό.
- Οι αστυνομικοί συνέλεξαν ψηφιακό υλικό για την υπόθεση.