επιστροφή
ουσιαστικό1. Ενέργεια ή αποτέλεσμα της επιστροφής σε προηγούμενο τόπο, κατάσταση ή θέση.
2. Πράξη του να επιστραφεί κάτι στον προηγούμενο κάτοχο ή τόπο, ιδίως χρηματικό ποσό ή αγαθό (π.χ. επιστροφή χρημάτων ή προϊόντος).
Συνώνυμα
Αντώνυμα
αναχώρηση έξοδος αποχώρηση φυγή πληρωμή εξορία παρακράτηση αρπαγή κλοπή υφαρπαγή αφαίρεση απομάκρυνση κράτηση απώλεια κατάσχεση λήψη ληστεία κατεύθυνση σύλληψη φόρος προκαταβολή λογαριασμός εισφορά κατάληψη καταβολή παραλαβή συγκράτηση χαράτσι χρέωση απαλλοτρίωση αποστέρηση διώξιμο είσπραξη εξαγορά κατάπτωση παράβολο ρότα πώληση εκτόξευση προμήθεια μπαξίσι
Παραδείγματα χρήσης
- Η επιστροφή στο σπίτι έγινε αργά το βράδυ.
- Ζήτησε επιστροφή χρημάτων για το χαλασμένο προϊόν.
- Η επιστροφή φόρου πιστώθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του.
- Περίμενα την επιστροφή του βιβλίου στη βιβλιοθήκη.
- Η επιστροφή του παίκτη στην ενδεκάδα άλλαξε τη δυναμική της ομάδας.