πίστωση
ουσιαστικό1. Παροχή χρηματικού ποσού ή αγαθών σε πρόσωπο ή επιχείρηση με τη συμφωνία ότι θα επιστραφούν ή θα αποπληρωθούν σε μεταγενέστερο χρόνο, συχνά υπό συγκεκριμένους όρους όπως τόκος ή δόσεις.
Συνώνυμα
κατάθεση χρηματοδότηση δάνειο πιστοδότηση αναγνώριση εμπιστοσύνη επιστροφή επιχορήγηση επίδοτηση διευκόλυνση
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η τράπεζα χορήγησε στον πελάτη πίστωση για την αγορά του σπιτιού.
- Όταν επέστρεψα το προϊόν, μου έδωσαν πίστωση στο κατάστημα.
- Στο λογιστικό βιβλίο καταχωρήθηκε πίστωση ύψους 500 ευρώ.
- Του αποδόθηκε η πίστωση για την ανακάλυψη.
- Αγόρασε το αυτοκίνητο με πίστωση και θα το πληρώσει σε δόσεις.