λογαριασμός

ουσιαστικό

1. Έγγραφο ή ένδειξη που αναφέρει τα ποσά που οφείλονται για αγαθά ή υπηρεσίες και καλεί σε πληρωμή.

2. Καταγραφή σε χρηματοπιστωτικό ή λογιστικό σύστημα που εμφανίζει χρεώσεις, πιστώσεις και υπόλοιπο ενός πελάτη ή φορέα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Έλαβε τον λογαριασμό του ηλεκτρικού και τρόμαξε με το ποσό.
  • Άνοιξε λογαριασμό στην τράπεζα για να καταθέτει τους μισθούς του.
  • Ξέχασε το συνθηματικό του λογαριασμού και δεν μπόρεσε να μπει στην πλατφόρμα.
  • Ποιος θα πληρώσει τον λογαριασμό απόψε στο εστιατόριο;
  • Μετά τη διαφωνία, προσπάθησαν να κλείσουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους.