εκθέτω
ρήμα1. Παρουσιάζω κάτι σε κοινό ή αρμόδιους, θέτοντάς το υπό γνώση, αξιολόγηση ή κριτική.
2. Τοποθετώ ή οργανώνω αντικείμενα, έργα ή εμπορεύματα ώστε να είναι εμφανή και προσβάσιμα για επίδειξη ή πώληση.
Συνώνυμα
αποκαλύπτω φανερώνω ξεσκεπάζω ξεμπροστιάζω παρουσιάζω επιδεικνύω εμφανίζω προβάλλω δημοσιοποιώ εκδηλώνω ανακοινώνω καρφώνω ξεγυμνώνω αναρτώ εκφράζω καταγγέλλω περιγράφω σερβίρω υποβάλλω φωτίζω δείχνω γράφω αναφέρω στήνω προδίδω παριστάνω απογυμνώνω ξεδιπλώνω ξεφτιλίζω δηλώνω διατυπώνω ζημιώνω εξηγώ βλάπτω αποδομώ επεξηγώ στιγματίζω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ζωγράφος εκθέτει τους πίνακές του στην κεντρική γκαλερί.
- Με αυτή την απόφαση εκθέτω την ομάδα σε περιττό κίνδυνο.
- Στη σύσκεψη εκθέτεις τα δεδομένα και τις προτάσεις σου με σαφήνεια.
- Στο άρθρο αυτό εκθέτω τα αποτελέσματα της έρευνάς μου.
- Οι αρμόδιοι εκθέτουν τα στοιχεία στη δημοσιότητα.