εξαπατώ
ρήμα1. Κάνω κάποιον να δεχθεί ως αληθινή ή ορθή μια ψευδή ή παραπλανητική πληροφορία, συχνά με σκοπό να αποκομίσω όφελος, να τον βλάψω ή να τον χειραγωγήσω.
Συνώνυμα
ξεγελάω παραπλανώ ξεγελώ κοροϊδεύω απατώ παραμυθιάζω πλανάω δουλεύω παραπληροφορώ αποπροσανατολίζω εμπαίζω χειραγωγώ παγιδεύω αποπλανώ κλέβω διαπράττω παραχαράσσω
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Δεν εξαπατώ τους πελάτες μου, πάντα λέω την αλήθεια για τα προϊόντα.
- Σε κάποια παιχνίδια εξαπατώ τους αντιπάλους, κάτι που με ενοχλεί.
- Μερικές φορές εξαπατώ τον εαυτό μου για να μην αντιμετωπίσω τους φόβους μου.
- Δεν εξαπατώ τη σύντροφό μου, ούτε σκοπεύω να το κάνω.
- Ένιωσα ότι εξαπατώ όταν απέκρυψα πληροφορίες από τους συνεργάτες μου.