διευθέτηση
ουσιαστικό1. Πράξη ή αποτέλεσμα της τακτοποίησης, της ρύθμισης ή της οργάνωσης στοιχείων, αντικειμένων ή υποθέσεων ώστε να εξασφαλίζεται τάξη, λειτουργικότητα ή αρμονία.
Συνώνυμα
ρύθμιση τακτοποίηση διακανονισμός επίλυση συμβιβασμός συμφωνία εξόφληση ξεπλήρωμα συνδιαλλαγή άκρη εκκαθάριση ξεκαθάρισμα ξεμπέρδεμα οργάνωση αναδιάταξη αναπροσαρμογή αναμόρφωση εναρμόνιση διαμόρφωση σύνταξη συμμάζεμα μπάλωμα απεμπλοκή διευκόλυνση συνεννόηση αποσυμφόρηση συντονισμός ξεμπλοκάρισμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η διευθέτηση της διαφωνίας ανάμεσα στους συναδέλφους επιτεύχθηκε μετά από συνάντηση.
- Η διευθέτηση των οφειλών του πελάτη έγινε σε δόσεις.
- Η διευθέτηση των ραντεβού για την επόμενη εβδομάδα έγινε ηλεκτρονικά.
- Η διευθέτηση του ποταμού με αναχώματα μείωσε τον κίνδυνο πλημμύρας.
- Η διευθέτηση της πληρωμής ολοκληρώθηκε μέσω τραπεζικής μεταφοράς.