διαχωρισμός
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή ενέργεια κατά την οποία χωρίζονται, απομακρύνονται ή απομονώνονται μέρη ή στοιχεία από ένα σύνολο.
2. Το αποτέλεσμα αυτής της ενέργειας, δηλαδή η διακριτή διάσπαση ή το τμήμα που προκύπτει μετά τον χωρισμό.
Συνώνυμα
διαίρεση χωρισμός διαμέριση χώρισμα διάσπαση σχίσμα διάκριση αποσύνδεση τεμαχισμός κατάτμηση διατομή χάσμα απόσταση διχασμός κατακερματισμός απομόνωση αποκοπή σπάσιμο αποξένωση κοπή διάκενο διαφοροποίηση ρήγμα ρήξη όριο αποκόλληση αποσυναρμολόγηση ξεκόλλημα σχίσιμο
Αντώνυμα
ένωση συγχώνευση ενοποίηση ενσωμάτωση συνένωση συμβολή συσχέτιση σύζευξη ταύτιση σύγκριση συνδυασμός διασταύρωση ανάμειξη επανένωση προσάρτηση συμπόρευση συνύπαρξη συρραφή συσπείρωση σύγκλιση σμίξιμο σύνδεση συγκέντρωση μίξη ένταξη συγκόλληση ενότητα συγγένεια συναγωγή σύμβαση σύναξη σχέση συνάντηση ταυτότητα αδελφότητα διασύνδεση σύνδεσμος άρθρωση αφομοίωση επανασύνδεση κρίκος προσκόλληση σύνθεση συνθήκη επαφή μίγμα ραφή συναρμολόγηση
Παραδείγματα χρήσης
- Ο διαχωρισμός των απορριμμάτων σε οργανικά και ανακυκλώσιμα είναι απαραίτητος.
- Ο διαχωρισμός του ζευγαριού ρυθμίστηκε νομικά με συμφωνία για την επιμέλεια των παιδιών.
- Ο διαχωρισμός των ειδών βασίζεται σε μορφολογικά και γενετικά χαρακτηριστικά.
- Ο διαχωρισμός των λωρίδων κυκλοφορίας μειώνει τις συγκρούσεις και βελτιώνει την κυκλοφορία.
- Ο διαχωρισμός των δεδομένων σε ξεχωριστούς διακομιστές ενισχύει την ασφάλεια.