δηλώνω

ρήμα

1. Εκφράζω με λόγια ή γραπτό κείμενο σαφώς και ξεκάθαρα μια άποψη, πληροφορία, βούληση ή κατάσταση.

2. Κάνω γνωστό ή φανερό μέσω συμπεριφοράς, ενδείξεων ή γεγονότων κάτι που αποκαλύπτει σχέση, κατάσταση ή στάση.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Εγώ δηλώνω ότι δεν εμπλέκομαι σε αυτή την υπόθεση.
  • Σε κάθε φόρμα δηλώνω το εισόδημά μου και τις σχετικές πληροφορίες.
  • Με την υπογραφή μου δηλώνω ότι τα στοιχεία που παρείχα είναι αληθή.
  • Στη συνέντευξη Τύπου δηλώνω την υποστήριξή μου στον νέο νόμο.
  • Με τη στάση μου δηλώνω την αντίθεσή μου στο σχέδιο.
  • Στην ετικέτα του προϊόντος δηλώνω την προέλευση και τα συστατικά του.