προσποιούμαι
ρήμα1. Ενεργώ ή παρουσιάζω συμπεριφορά, λόγο ή έκφραση που δηλώνει κάτι ως αληθινό ενώ δεν είναι, με σκοπό να δημιουργήσω εντύπωση ή να παραπλανήσω.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Στο παιχνίδι, προσποιούμαι ότι είμαι ένας γενναίος ήρωας.
- Όταν δεν θέλω να απαντήσω, προσποιούμαι ότι δεν άκουσα.
- Μερικές φορές προσποιούμαι ότι είμαι άρρωστος για να ξεκουραστώ.
- Μπροστά στους άλλους, προσποιούμαι χαρά ενώ μέσα μου είμαι λυπημένος.
- Για να μην δημιουργήσω σύγκρουση, προσποιούμαι πως συμφωνώ.
- Πριν την έκπληξη, προσποιούμαι ότι δεν ξέρω τίποτα.