αποσύνδεση
ουσιαστικό1. Διαδικασία ή αποτέλεσμα του διαχωρισμού δύο ή περισσοτέρων στοιχείων, συσκευών ή συστημάτων, ώστε να παύει η φυσική ή λογική σύνδεση μεταξύ τους.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
σύνδεση επανασύνδεση αλληλεπίδραση πλέγμα σχέση δεσμός αλυσίδα επικοινωνία διασύνδεση σύνδεσμος άρθρωση επανένωση κρίκος προσκόλληση συνοχή συρραφή ζεύξη συνδεσιμότητα ένωση συνένωση συγκόλληση σύζευξη πρόσδεση προσάρτηση διεύθυνση συγγένεια συμβολή συνάφεια συνέργεια σύμβαση σύνθεση ταύτιση κοινωνία επαφή συνδυασμός δέσιμο ενεργοποίηση ένταξη ενοποίηση προσήλωση συγχώνευση συμπόρευση συντονισμός σμίξιμο σύμπλεγμα ενσωμάτωση συσχέτιση δίαυλος χειρισμός ανάμειξη εναρμόνιση ευθυγράμμιση συναρμολόγηση συσπείρωση
Παραδείγματα χρήσης
- Η αποσύνδεση του καλωδίου έγινε πριν από την επιδιόρθωση.
- Η αποσύνδεση του χρήστη από το σύστημα ολοκληρώθηκε με επιτυχία.
- Χρειάζεται λίγος χρόνος για μια σκόπιμη αποσύνδεση από τα social media και την καθημερινή πίεση.
- Κατά τη διάρκεια του διαλογισμού αισθάνθηκε μια βαθιά αποσύνδεση από τις σκέψεις της.
- Η αποσύνδεση των υποσυστημάτων βελτίωσε τη σταθερότητα του δικτύου.