ανοίγω

ρήμα

1. Κάνω κάτι κλειστό να ανοίξει ή να γίνει προσβάσιμο, όπως πόρτα, παράθυρο ή συσκευασία.

2. Αφαιρώ ή μετακινώ κάλυμμα ή εμπόδιο ώστε να αποκαλυφθεί ή να γίνει προσβάσιμο το εσωτερικό.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Κάθε πρωί ανοίγω το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
  • Όταν χτυπάει το κουδούνι, ανοίγω την πόρτα αμέσως.
  • Στον υπολογιστή ανοίγω το αρχείο με τα στοιχεία.
  • Για την επιχείρησή μου ανοίγω νέο λογαριασμό στην τράπεζα.
  • Κάθε Δευτέρα ανοίγω το κατάστημά μου στις εννιά.
  • Στη συνάντηση ανοίγω τη συζήτηση με μια γενική ερώτηση.