ανοίγω
ρήμα1. Κάνω κάτι κλειστό να ανοίξει ή να γίνει προσβάσιμο, όπως πόρτα, παράθυρο ή συσκευασία.
2. Αφαιρώ ή μετακινώ κάλυμμα ή εμπόδιο ώστε να αποκαλυφθεί ή να γίνει προσβάσιμο το εσωτερικό.
Συνώνυμα
στήνω ανάβω ξεκλειδώνω αποσφραγίζω ξεσφραγίζω διανοίγω εγκαινιάζω αρχίζω ξεκινάω εκκινώ ενεργοποιώ ξεμπλοκάρω ενεργοποιούμαι ξεκινώ ξετυλίγω ξεδιπλώνω ξεκουμπώνω λύνω ξεπακετάρω αποσφαλίζω απλώνω αποκαλύπτω διευρύνω άρχομαι εγείρω εισάγω ξεσφίγγω προσβάλλω ανθίζω αποσυμφορώ ηγούμαι ξεβιδώνω σχίζω
Αντώνυμα
κλείνω κλειδώνω χτυπώ χτυπάω σβήνω μπλοκάρω απενεργοποιώ αποκόπτω ασφαλίζω σφραγίζω κουμπώνω συγκλείω εμποδίζω φυλάω χαμηλώνω ακινητοποιώ αναχαιτίζω μηδενίζω παρακωλύω παρεμποδίζω τερματίζω εκκαθαρίζω επουλώνω πακετάρω περιορίζω καπακώνω ανακόπτω απαγορεύω σκεπάζω σφίγγω οριοθετώ οριστικοποιώ περιβάλλω συρρικνώνω θωρακίζω φρακάρω
Παραδείγματα χρήσης
- Κάθε πρωί ανοίγω το παράθυρο για να μπει φρέσκος αέρας.
- Όταν χτυπάει το κουδούνι, ανοίγω την πόρτα αμέσως.
- Στον υπολογιστή ανοίγω το αρχείο με τα στοιχεία.
- Για την επιχείρησή μου ανοίγω νέο λογαριασμό στην τράπεζα.
- Κάθε Δευτέρα ανοίγω το κατάστημά μου στις εννιά.
- Στη συνάντηση ανοίγω τη συζήτηση με μια γενική ερώτηση.