αναταραχή
ουσιαστικό1. Διατάραξη της ηρεμίας ή της τάξης σε χώρο, ομάδα ή κοινωνικό σύστημα, που προκαλεί ανησυχία, αναστάτωση και παρεμπόδιση της ομαλής λειτουργίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Η αναταραχή στην πόλη προκάλεσε ακυρώσεις των δρομολογίων.
- Μετά τα νέα ένιωθε μεγάλη αναταραχή και δεν μπορούσε να ησυχάσει.
- Οι ισχυροί άνεμοι δημιούργησαν αναταραχές στη θάλασσα.
- Η οικονομική αναταραχή οδήγησε σε απώλειες για πολλούς επενδυτές.
- Η βαριά τροφή προκάλεσε προσωρινή αναταραχή στο στομάχι του.