άσχετος
επίθετο1. Που δεν έχει σχέση ή σύνδεση με το θέμα, το αντικείμενο ή την κατάσταση.
2. Που δεν διαθέτει την απαιτούμενη γνώση, εμπειρία ή εξειδίκευση σε ένα συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο ή δραστηριότητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ειδικός γνώστης έμπειρος πληροφορημένος σχετικός συναφής δεινός μάστορας ψαγμένος συγγενής επιστήμονας αυθεντία διαβασμένος ειδήμων εμπειρογνώμονας εμπλεκόμενος ενδιαφερόμενος ενημερωμένος ικανός μορφωμένος εξοικειωμένος αρμόδιος ειδικευμένος επιδέξιος ευφυής καθοριστικός τεχνίτης υπεύθυνος ξύπνιος πεπειραμένος γκουρού ενημερωτικό εξειδικευμένος ερευνητής κατάλληλος νομικός μηχανικός επαγγελματίας εντεταλμένος γειτονικός εκπαιδευμένος πρόσφορος
Παραδείγματα χρήσης
- Το σχόλιό σου είναι άσχετο με το θέμα.
- Είμαι άσχετος με τους υπολογιστές, οπότε δεν μπορώ να βοηθήσω.
- Η Μαρία είναι άσχετη με τα οικονομικά, αλλά μαθαίνει.
- Αυτά που είπες είναι εντελώς άσχετα και δεν απαντούν στην ερώτηση.
- Οι άσχετοι στην ομάδα δυσκολεύονται να καταλάβουν τις οδηγίες.