έμπειρος

επίθετο

1. Που έχει αποκτήσει γνώσεις και δεξιότητες μέσω μακρόχρονης πρακτικής ή άσκησης σε κάποιο πεδίο.

2. Που διαθέτει ικανότητα και επάρκεια στην αντιμετώπιση ποικίλων καταστάσεων λόγω προηγούμενης εμπειρίας.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο έμπειρος πιλότος προσγείωσε το αεροπλάνο με ηρεμία.
  • Η έμπειρη νοσοκόμα αναγνώρισε γρήγορα τα συμπτώματα.
  • Το έμπειρο μάτι του διορθωτή βρήκε τα λάθη στο κείμενο.
  • Οι έμπειροι τεχνικοί επισκεύασαν το μηχάνημα σε λίγες ώρες.
  • Οι έμπειρες δασκάλες βοήθησαν τους μαθητές να προετοιμαστούν για τις εξετάσεις.