μορφωμένος
επίθετοΠου έχει λάβει καλή παιδεία και διαθέτει γνώσεις, καλλιέργεια και τρόπους συμπεριφοράς που θεωρούνται κατάλληλοι σε μια κοινωνία.
Συνώνυμα
καλλιεργημένος πεπαιδευμένος εγγράμματος καταρτισμένος σπουδαγμένος ψαγμένος πολιτισμένος φιλομαθής διαβασμένος εκπαιδευμένος φωτισμένος
Αντώνυμα
αμόρφωτος αγράμματος αδαής αμαθής ακαλλιέργητος απαίδευτος ανεκπαίδευτος άσχετος βάρβαρος ιδιώτης ανίδεος ανειδίκευτος βαρβαρικός μαλάκας βλάκας πρωτόγονος
Παραδείγματα χρήσης
- Είναι πολύ μορφωμένος και μιλά με άνεση για την ιστορία και τη λογοτεχνία.
- Η αδελφή μου είναι μορφωμένη και δουλεύει ως καθηγήτρια.
- Πρόκειται για μια παρέα μορφωμένων ανθρώπων που συζητούν πάντα πολιτισμένα.
- Παρότι είναι νέος, δείχνει μορφωμένος και έχει σωστό τρόπο σκέψης.
- Θέλουμε τα παιδιά να γίνουν μορφωμένα και να αγαπούν τη γνώση.