ερασιτεχνικός
επίθετο1. Που γίνεται ή εκτελείται από πρόσωπο που ασχολείται με κάτι ως χόμπι ή χωρίς επαγγελματική απασχόληση, κυρίως για ευχαρίστηση ή προσωπικό ενδιαφέρον.
Συνώνυμα
ερασιτεχνίστικος άτεχνος ανειδίκευτος αρχάριος άπειρος χομπίστικος κακοφτιαγμένος πρόχειρος αδέξιος άσχετος αμαθής επιπόλαιος χοντροκομμένος άθλιος ανεπίσημος αυτοσχέδιος μονοδιάστατος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ερασιτεχνικός σύλλογος διοργάνωσε αγώνα ποδοσφαίρου.
- Η ερασιτεχνική φωτογραφία έχει τη δική της γοητεία.
- Η παρουσίασή του ήταν τόσο ερασιτεχνική που έχασε την αξιοπιστία της.
- Το έργο φάνηκε ερασιτεχνικό, αλλά είχε κάποιες καλές ιδέες.
- Οι ερασιτεχνικοί παίκτες δούλεψαν σκληρά για να βελτιωθούν.