ξύπνιος

επίθετο

1. Που δεν κοιμάται ή έχει ανακτήσει τις αισθήσεις του, βρίσκεται σε κατάσταση εγρήγορσης.

2. Που αντιλαμβάνεται γρήγορα και ενεργεί με ευστροφία και καλή κρίση σε πρακτικές ή διανοητικές καταστάσεις.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο Γιώργος είναι πολύ ξύπνιος και λύνει δύσκολα προβλήματα γρήγορα.
  • Μείνε ξύπνιος μέχρι να γυρίσω, υπάρχει δουλειά να τελειώσεις.
  • Ο πωλητής ήταν ξύπνιος και κατάφερε να πείσει πολλούς πελάτες.
  • Ο ξύπνιος της παρέας πρότεινε μια έξυπνη λύση στο πρόβλημα.
  • Ήταν ένας ξύπνιος ελιγμός που απέτρεψε την καθυστέρηση.