άπειρος

επίθετο

1. Που δεν έχει όρια, τέλος ή παύση και εκτείνεται ανεξόριστα στον χώρο, στον χρόνο ή στην ποσότητα.

2. Που, στα μαθηματικά, χαρακτηρίζει μέγεθος ή σύνολο χωρίς πεπερασμένο πλήθος στοιχείων ή χωρίς άνω όριο.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το σύμπαν είναι άπειρο.
  • Η καινούργια συνάδελφος είναι άπειρη, αλλά πρόθυμη να μάθει.
  • Έχει άπειρα βιβλία στο σπίτι.
  • Το όριο της συνάρτησης τείνει στο άπειρο.
  • Δείχνει άπειρη υπομονή μπροστά στις δυσκολίες.