διαβασμένος
επίθετο1. Που έχει διαβάσει πολλά βιβλία ή κείμενα και διαθέτει ευρεία λογοτεχνική ή επιστημονική γνώση.
2. Που έχει μελετήσει επαρκώς ένα θέμα ή υλικό και είναι προετοιμασμένος για συζήτηση, εξέταση ή εργασία.
Συνώνυμα
μελετημένος προετοιμασμένος πολυδιαβασμένος μορφωμένος ενημερωμένος πληροφορημένος γραμματισμένος καταρτισμένος εκπαιδευμένος σπουδαγμένος επιμορφωμένος ψαγμένος εξειδικευμένος διανοούμενος έμπειρος σοφός πεπειραμένος
Αντώνυμα
αδιάβαστος αμόρφωτος αγράμματος αναλφάβητος απροετοίμαστος αδαής άσχετος αμαθής ανενημέρωτος ημιμαθής ανεκπαίδευτος ανίδεος άπειρος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο φοιτητής είναι διαβασμένος για την εξέταση και νιώθει σίγουρος.
- Η φίλη μου είναι πολύ διαβασμένη, διαβάζει λογοτεχνία και φιλοσοφία.
- Το μυθιστόρημα είναι διαβασμένο από πολλούς μαθητές στο μάθημα.
- Οι παίκτες ήταν διαβασμένοι και γνώριζαν όλες τις στρατηγικές.
- Μην τον υποτιμάς· είναι διαβασμένος και δύσκολα σε ξεγελάει.
- Η δημοσιογράφος ήταν καλά διαβασμένη πριν τη συνέντευξη και έκανε ακριβείς ερωτήσεις.