ενημερωμένος

επίθετο

1. Που διαθέτει τις απαραίτητες πληροφορίες ή γνώση για ένα θέμα.

2. Που έχει λάβει νεότερες πληροφορίες ή ειδοποίηση σχετικά με ένα γεγονός, κατάσταση ή ζήτημα.

3. Που αντανακλά τις πρόσφατες εξελίξεις ή τα τρέχοντα δεδομένα.

Συνώνυμα

πληροφορημένος ενήμερος κατατοπισμένος διαβασμένος ειδοποιημένος ανανεωμένος επίκαιρος ψαγμένος καταρτισμένος σύγχρονος

Αντώνυμα

ανενημέρωτος άγνοος άσχετος άσχετα αμαθής απορημένος ανίδεος ανυποψίαστος αδαής παραπληροφορημένος αδιάβαστος απληροφόρητος ξεπερασμένος παρωχημένος αμόρφωτος

Παραδείγματα χρήσης

  • Είμαι ενημερωμένος για τις τελευταίες εξελίξεις στον τομέα της υγείας.
  • Η ομάδα είναι ενημερωμένη για τις αλλαγές στο πρόγραμμα.
  • Το λογισμικό είναι ενημερωμένο στην τελευταία έκδοση.
  • Οι κάτοικοι είναι ενημερωμένοι για τον κίνδυνο πλημμύρας.
  • Έλαβα ένα ενημερωμένο δελτίο με τα νέα της εταιρείας.