παράταιρος
επίθετοΠου δεν ταιριάζει με το περιβάλλον, τα υπόλοιπα στοιχεία ή τις συνθήκες, προκαλώντας αίσθηση αναντιστοιχίας ή ασυμφωνίας.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το πουκάμισο ήταν παράταιρο με το παντελόνι.
- Η συμπεριφορά του ήταν παράταιρη στην επίσημη τελετή.
- Ένιωσα παράταιρος ανάμεσα στους συναδέλφους μου.
- Τα χρώματα φάνηκαν παράταιρα με το υπόλοιπο δωμάτιο.
- Οι φωνές ήταν παράταιρες μέσα στην αίθουσα.