αδαής
επίθετο1. Που δεν έχει ή έχει ελλιπή γνώση ή ενημέρωση για κάποιο θέμα ή γεγονός.
2. Που ενεργεί ή εκφράζεται χωρίς επίγνωση των συνεπειών ή των στοιχείων που είναι απαραίτητα.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
ενημερωμένος ενήμερος πληροφορημένος μορφωμένος γνώστης μάστορας ψαγμένος ειδικός επιστήμονας διαβασμένος ειδήμων εγγράμματος καταρτισμένος επιμορφωμένος έμπειρος δεινός πεπειραμένος τεχνίτης τεχνικός ξύπνιος λαμπρός αυθεντία εμπειρογνώμονας οξυδερκής σοφός ξερόλας ερευνητής μάγος γκουρού εκπαιδευμένος
Παραδείγματα χρήσης
- Ο αδαής μαθητής δεν είχε προετοιμαστεί για το μάθημα.
- Η αδαής συνάδελφος δεν ήξερε πώς λειτουργεί το νέο σύστημα.
- Ήμουν αδαής όσον αφορά τις λεπτομέρειες της συμφωνίας και υπέγραψα χωρίς να καταλάβω πλήρως.
- Οι αδαείς επενδυτές εμπιστεύτηκαν φήμες και έχασαν σημαντικά ποσά.
- Το επιχείρημα ήταν αδαές και δεν είχε λογική τεκμηρίωση.