αδαής

επίθετο

1. Που δεν έχει ή έχει ελλιπή γνώση ή ενημέρωση για κάποιο θέμα ή γεγονός.

2. Που ενεργεί ή εκφράζεται χωρίς επίγνωση των συνεπειών ή των στοιχείων που είναι απαραίτητα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αδαής μαθητής δεν είχε προετοιμαστεί για το μάθημα.
  • Η αδαής συνάδελφος δεν ήξερε πώς λειτουργεί το νέο σύστημα.
  • Ήμουν αδαής όσον αφορά τις λεπτομέρειες της συμφωνίας και υπέγραψα χωρίς να καταλάβω πλήρως.
  • Οι αδαείς επενδυτές εμπιστεύτηκαν φήμες και έχασαν σημαντικά ποσά.
  • Το επιχείρημα ήταν αδαές και δεν είχε λογική τεκμηρίωση.