εντεταλμένος
επίθετο1. Που έχει ανατεθεί σε κάποιον συγκεκριμένο καθήκον, αρμοδιότητα ή έργο από αρμόδιο φορέα ή πρόσωπο.
2. Που έχει εξουσιοδότηση ή εντολή να ενεργεί ή να εκπροσωπεί άλλον σε ορισμένες υποθέσεις.
Συνώνυμα
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο εντεταλμένος σύμβουλος παρουσίασε το σχέδιο στο δημοτικό συμβούλιο.
- Η εντεταλμένη δικηγόρος υπέβαλε την αίτηση στο δικαστήριο.
- Οι εντεταλμένοι υπάλληλοι ανέλαβαν τη διανομή των ειδών πρώτης ανάγκης.
- Η εταιρεία όρισε εντεταλμένους για την εποπτεία του έργου.
- Ως εντεταλμένος εκπρόσωπος του υπουργείου, μίλησε στους κατοίκους της περιοχής.