ειδήμων
επίθετο1. Που έχει εκτενή γνώση ή βαθιά κατανόηση σε συγκεκριμένο επιστημονικό, τεχνικό ή θεωρητικό τομέα.
2. Που διαθέτει εμπειρία και δεξιότητες στην πρακτική εφαρμογή της γνώσης, με ικανότητα σωστής κρίσης και αποτελεσματικής δράσης.
Συνώνυμα
ειδικός ειδικευμένος εξειδικευμένος πεπειραμένος πανέμπειρος εμπειρογνώμονας έμπειρος καταρτισμένος δέξιος δεινός δεξιοτέχνης γνώστης μάστορας εκπαιδευμένος επαγγελματίας γκουρού ικανός
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο Νίκος είναι ειδήμων στα ηλεκτρονικά και επισκευάζει κάθε συσκευή.
- Η Μαρία θεωρείται ειδήμων στη νομική κοινότητα λόγω της μακράς εμπειρίας της.
- Οι γιατροί τον αναγνώρισαν ως ειδήμων στις επείγουσες καταστάσεις.
- Ως ειδήμων της αρχαιολογίας, έδωσε οδηγίες για τη σωστή συντήρηση των ευρημάτων.
- Στη σύσκεψη παρουσιάστηκε απλώς ως ειδήμων για το συγκεκριμένο πρόβλημα.