άκυρος
επίθετο1. Που δεν έχει νομική ή τυπική ισχύ και δεν παράγει δεσμευτικά ή προβλεπόμενα αποτελέσματα.
2. Που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως αποδεκτό μέσο ή στοιχείο λόγω ελαττώματος, λήξης, λάθους ή μη τήρησης προϋποθέσεων.
Συνώνυμα
ανίσχυρος ακυρωμένος ανενεργός ανεφάρμοστος άτοπος άσχετος ακατάλληλος απορριπτέος παράτυπος άστοχος αβάσιμος ανυπόστατος άχρηστος αναποτελεσματικός παράνομος άνομος παράταιρος
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Το συμβόλαιο κηρύχθηκε άκυρο από το δικαστήριο.
- Το εισιτήριο είναι άκυρο, οπότε δεν μπορείς να επιβιβαστείς.
- Η ψήφος του ήταν άκυρη επειδή το ψηφοδέλτιο ήταν λανθασμένο.
- Η δικαιολογία του θεωρήθηκε άκυρη από τον διευθυντή.
- Οι υπογραφές στο έγγραφο κρίθηκαν άκυρες λόγω πλαστογράφησης.