ερευνητής
ουσιαστικό1. Πρόσωπο που διεξάγει συστηματική έρευνα με σκοπό την απόκτηση νέας γνώσης, την επαλήθευση ή την ανάπτυξη θεωριών σε ένα επιστημονικό ή ακαδημαϊκό πεδίο.
Συνώνυμα
ερευνήτρια επιστήμονας μελετητής ακαδημαϊκός αναλυτής ντετέκτιβ ανακριτής ελεγκτής ανιχνευτής εξερευνητής πειραματιστής θεωρητικός ψαχτής παρατηρητής δοκιμαστής καταγραφέας συλλέκτης τεκμηριωτής αναζητητής ιχνηλάτης δημοσιογράφος ρεπόρτερ
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ερευνητής παρουσίασε τα αποτελέσματα της μελέτης στο συνέδριο.
- Οι ερευνητές του εργαστηρίου συνεργάζονται για ένα νέο εμβόλιο.
- Ο ερευνητής του εγκλήματος κατάφερε να βρει νέα στοιχεία.
- Ζήτησε τη γνώμη του ερευνητή πριν δημοσιεύσει το άρθρο.
- Η ομάδα χρειάζεται έναν ερευνητή με εμπειρία στην τεχνητή νοημοσύνη.