ευφυής
επίθετοΠου διαθέτει ανεπτυγμένη ικανότητα αντίληψης και κατανόησης, ταχεία επεξεργασία πληροφοριών και ικανότητα εύρεσης πρωτότυπων ή αποτελεσματικών λύσεων σε περίπλοκα ζητήματα.
Συνώνυμα
έξυπνος ευρηματικός εφευρετικός ιδιοφυής επινοητικός κοφτερός νοήμων νουνεχής ξύπνιος ευστροφικός ευφυέστατος λαμπρός οξυδερκής πνευματώδης σπινθηροβόλος πανούργος πονηρός ταλαντούχος προικισμένος σοφός εξυπνάκιας
Αντώνυμα
Παραδείγματα χρήσης
- Ο ευφυής μαθητής έλυσε το πρόβλημα σε λίγα λεπτά.
- Η ευφυής λύση απέτρεψε σπατάλη χρόνου και πόρων.
- Ο ευφυής αλγόριθμος βελτίωσε την απόδοση της εφαρμογής.
- Η ευφυής παρατήρησή της προκάλεσε γέλια στην παρέα.
- Έκανε μια ευφυής κίνηση που άλλαξε την πορεία της συζήτησης.