αδέξιος

επίθετο

1. Που παρουσιάζει έλλειψη σωματικής συντονιστικότητας ή λεπτών κινητικών δεξιοτήτων, με αποτέλεσμα κινήσεις που φαίνονται ασυντόνιστες ή συχνά οδηγούν σε σκοντάμματα και χτυπήματα.

Συνώνυμα

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Ο αδέξιος μαθητής έσπασε κατά λάθος το βάζο.
  • Η αδέξια σερβιτόρα έχυσε τον καφέ πάνω στο τραπέζι.
  • Στη συνέντευξη ήταν αδέξιος και δεν κατάφερε να εκφράσει καθαρά τις ιδέες του.
  • Το αδέξιο χτίσιμο του τοίχου προκάλεσε ρωγμές.
  • Οι αδέξιες προσπάθειες να λύσει το πρόβλημα επιδείνωσαν την κατάσταση.