άπειρο

επίθετο

Που δεν έχει τέλος ή όρια, χωρίς περιορισμό σε μέγεθος, ποσότητα ή διάρκεια και δεν εξαντλείται.

Συνώνυμα

ατελείωτο ατέρμονο αμέτρητο απεριόριστο πράσινο ανεξάντλητο απέραντο ατελεύτητο ανεκπαίδευτο ανειδίκευτο αδαής ανίδεος άσχετος πρωτάρης αιωνιότητα απύθμενο

Αντώνυμα

Παραδείγματα χρήσης

  • Το άπειρο στην ουσία του ξεπερνά κάθε ανθρώπινη αντίληψη.
  • Στα μαθηματικά, όταν x τείνει στο άπειρο, πολλές συναρτήσεις έχουν συγκεκριμένη συμπεριφορά.
  • Αυτό το έργο προσφέρει άπειρο νόημα στον αναγνώστη.
  • Υπήρχε ένα άπειρο πλήθος ιδεών στην παρουσίαση.
  • Πέρασε ένα άπειρο διάστημα μέχρι να λάβω νέα.